Οι δύσκολες στιγμές της 57χρονης που κρατούσαν όμηρο στη Συκιά

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2011

Οι δύσκολες στιγμές για την 57χρονη -όπως η ίδια ισχυρίζεται- που κρατήθηκε επί 5 μήνες όμηρος σε σπίτι στη Συκιά Κορινθίας, ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 2010, οπότε πέθανε ο άντρας της και τα αδέλφια του προ­σπάθησαν να οικειοποιηθούν την ακίνητη και κι­νητή περιουσία του, η οποία περνούσε πλέον στην κατοχή της. «Εγώ τότε συνειδητοποίησα ότι χρειάζομαι δι­κηγόρο για να μηνύσω τα αδέλφια του άνδρα μου. (...) Πήρα τηλέφωνο (σ.σ.: αναφέρει το όνο­μα φίλου του άνδρα της από την Πέραμο της Κα­βάλας) και μου είπε ότι "δεν έχεις πρόβλημα, έχω ξάδερφο τον καλύτερο κληρονομολόγο της Ελλά­δας". (...) Στις 10/10/2010 μου τηλεφωνεί ο κύ­ριος Χρήστος Παπαδόπουλος. (...) Την επόμενη ημέρα ήρθε σπίτι μου και του εξιστόρησα όλα αυ­τά που μου είχαν συμβεί με τα αδέλφια του άν­δρα μου. Μου είπε ότι είναι απλή η υπόθεση μου και ότι βρήκε τερατώδη αυτά που μου είχαν συμ­βεί (...)». Ο Χρήστος Παπαδόπουλος θα συναντηθεί μαζί της ακόμα μία φορά, ενώ με πρόφαση κάποια προβλήματα που αντιμετώπιζε, θα εξαφανιστεί για λίγους μήνες από τη ζωή της. Θα εμφανιστεί όμως ξανά, και αυτή τη φορά θα τη γνωρίσει σε έναν 50χρονο φίλο του, τον «Ρωμαίο» όπως συ­νήθιζε να τον φωνάζει, ο οποίος περνούσε μια δύ­σκολη περίοδο καθώς δεν μπορούσε να συνέλθει από τον θάνατο της γυναίκας του. Στις 7 Δεκεμβρίου χτυπάει το τηλέφωνο μου και ακούω για πρώτη φορά τη φωνή του (σ.σ.: αναφέρει το όνο­μα του 50χρονου). Μου συστήθηκε, μου εί­πε ότι ήταν από τη Συκιά Κορινθίας και ότι ήταν φίλος του Χρήστου Παπαδόπουλου». Από την ημέρα εκείνη η 57χρονη ήρθε πιο κον­τά με τον 50χρονο και τις τηλεφωνικές επικοινω­νίες τους ακολούθησαν τα ραντεβού, μέχρι που εκείνη αποφάσισε να πάει να μείνει για μία εβδο­μάδα σε διαμέρισμα που της παραχωρούσε εκεί­νος στη Συκιά Κορινθίας.  Στη Συκιά Κορινθίας η πλούσια χήρα θα γνω­ρίσει και τον πεθερό του 50χρονου, ο οποίος περ­νούσε δύσκολες ώρες μετά τον θάνατο της κόρης του.
Όπως αναφέρει στην κατάθεση της, ο 50χρονος της είχε πει ότι είχε πάει αρκετές φο­ρές στο σπίτι της στην Αθήνα και είχε πάρει πράγματα για να τα πουλήσει, χωρίς εκείνη να του έχει δώσει τη συγκατάθεση της. Σε κάποια άλλη επί­σκεψη της στο σπίτι της, πάντα συνοδεία του 50χρονου, διαπίστωσε ότι έλειπαν πίνακες, κρυ­στάλλινα αντικείμενα και συλλογές από παλιά σερβίτσια. «Του είπα ότι θέλω να με πάει στη γαλλική πρεσβεία. Του το είπα ψέμα­τα, για να καταλάβω από την αντί­δραση του εάν είμαι εγκλωβισμένη. Δυστυχώς, ήμουν».
 
«Τον έφερε να με τσιμεντώσει»
 
ΤΟΤΕ στη ζωή της μπαί­νει ένας ακόμα άγνωστος άνδρας, τον οποίο της γνωρίζει ο 50χρονος, «Τον έφερε στο σπίτι μια μέρα και μου τον σύστησε. Τον έφερε να με τσιμεντώσει, δη­λαδή να με θάψει στον λάκκο που μου είχε ανοίξει ο (σ.σ.: αναφέ­ρει το όνομα του 50χρο-νου). Μου έλεγε ότι "εγώ το βράδυ σκάβω λάκκους, ο πρώτος λάκ­κος είναι για εσένα". Μου έλεγε ότι δεν θα με σκοτώσει απλώς, ότι θα με βασανίσει πριν με τρόπο που αυτός θέλει. (...) Ο (σ.σ.: αναφέρει όνομα φίλου του 50χρονου) ανέβηκε στο διαμέ­ρισμα και μου πήρε μία βυζαντινή εικόνα του 1620 μεγάλης αξίας, ένα βυζαντινό τρίπτυχο, κα­θώς και τον φάκελο με τις υπογραφές των οπλαρχηγών του '21 και έγγραφα Βαλκανικών πολέμων, επίσης μεγά­λης αξίας. Άκουσα ότι τα έβαλαν σε θυρίδα. Δεν τα πούλησαν γιατί τους φόβισα ότι οι εικόνες εί­ναι παράνομες. Ο (σ.σ.: αναφέρει το όνομα φί­λου του 50χρονου) μου είχε πάρει επίσης δύο σπαθιά, έναν πίνακα του Ντορίς και δύο πίνακες του Ζενετζή». Όλο αυτό το διάστημα, όπως εξηγεί η 57χρονη, ο 50χρονος είχε βάλει τουλάχιστον εφτά με οχτώ διαφορετικά άτο­μα να τη φυλάνε για να μη βγει από τα διαμέρι­σμα, τα οποία όμως όταν τους εξηγούσε τι συμβαίνει, έφευγαν.